Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Γυμνά πόδια

Κλείδωσε τη γυάλινη πόρτα του καταστήματος παπουτσιών. Έβαλε τα κλειδιά προσεκτικά στο τσεπάκι της ροζ τσάντας και προχώρησε προς τα δεξιά. Αφού πέρασε μπροστά από το χρυσοχοείο «Το Χρυσό Φλουρί» και το «Σνακ Ο Θανάσης», κοίταξε χαμογελώντας την πινακίδα που έγραφε «Λογιστικό Γραφείο - Το γερό πουγκί». Διέκρινε το ανοιχτό παράθυρο. Επιβράδυνε το βήμα της και τα ροζ τακούνια ακούμπησαν αθόρυβα το πεζοδρόμιο. Ένας μεσήλικας περαστικός κόντεψε να πέσει πάνω της. Γκρίνιαξε, κούνησε το αριστερό του χέρι κυκλικά και την προσπέρασε αφού της έριξε μια λοξή εξεταστική ματιά. «Ξανθή!», θα χλεύασε από μέσα του.

Κοντοστάθηκε και κοίταξε μέσα από το παραθύρι. Ήταν σκυμμένος πάνω από ένα σωρό χαρτιά. Το χέρι του στήριζε το κεφάλι και ζήλεψε τα δάκτυλα που κρύφτηκαν μέσα στα σγουρά κατάμαυρα μαλλιά. Τα μάτια της ταξίδεψαν στο αρρενωπό πρόσωπο και σκόνταψαν στο σχήμα των χειλιών. Το βλέμμα της παγιδεύτηκε από το κοκκινωπό χρώμα τους και προσπάθησε να φανταστεί την υφή και τη γεύση τους. Ξαφνικά, τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν στις γαλάζιες λίμνες των δικών της κι εκείνη τα έχασε. Έμοιαζε με παιδί που το τσάκωσαν να κλέβει γλυκό από το βάζο. Χαμήλωσε τα μάτια και περπάτησε γοργά προς το αυτοκίνητό της.
Έφτασε στο σπίτι της σαν κυνηγημένη. Διπλοκλείδωσε την πόρτα και σωριάστηκε στο βελούδινο μπορντό καναπέ. Ανάσανε με ανακούφιση κι έκλεισε τα μάτια. Η μορφή του σχηματίστηκε στον καμβά των κλειστών βλεφάρων κι αχνογέλασε.
Ήταν μεσημέρι της επομένης μέρας και το κατάστημα ήταν γεμάτο κόσμο. Τον είδε να μπαίνει και να δείχνει σε μια πωλήτρια ένα ζευγάρι παπούτσια.
- Στέλλα, φώναξε η πωλήτρια. Φέρε σε παρακαλώ στον κύριο το Ε568 σε καφέ ανοιχτό, νούμερο 44.
Εκείνος καθόταν στον καναπέ του καταστήματος με γυμνά πόδια κι εκείνη κρατούσε το παπούτσι στα χέρια της. Θυμήθηκε τη Σταχτοπούτα και σκέφτηκε ότι στη σύγχρονη εποχή όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται, κάπως έτσι θα έμοιαζε το παραμύθι.
- Ορίστε, πρέπει να σας κάνει το μέγεθος, είπε, σε μια προσπάθεια να συνέλθει από την ονειροπόληση.
Τον βοήθησε να το δοκιμάσει και μη μπορώντας να ελέγξει τα δάκτυλά της, τα άφησε να γλιστρήσουν απαλά στο δέρμα του και τα ακροδάχτυλα ανίχνευσαν το σχήμα του αστραγάλου του.
- Είναι πολύ άνετα, είπε εκείνος κοιτάζοντας τα παπούτσια στον καθρέφτη. Θα τα πάρω.

Κλείδωσε και τούτο το βράδυ το κατάστημα και ακολούθησε την ίδια διαδρομή. Την περίμενε στην είσοδο του λογιστικού γραφείου.
- Στέλλα! Της φώναξε και αυτή ξαφνιάστηκε. Είναι πολύ κομψά παπούτσια. Άπλωσε το πόδι του και καμάρωσε το παπούτσι.
- Ναι σίγουρα είναι! Γέλασε εκείνη. Τα μοντέλα που εισάγουμε είναι επιλεγμένα.
- Ξέχασα να σου συστηθώ. Είμαι ο Αργύρης. Έλεγα να δοκιμάσω την αντοχή τους στο περπάτημα. Τι λες για μια βόλτα μέχρι το λιμάνι;
Η λογική και οι κανόνες για κάποιο λόγο δεν διαμαρτυρήθηκαν. Ίσως τα αυτιά της είχαν κλείσει από τη μαγεία του έρωτα και δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα πέρα από τη ζεστή φωνή του.
Κοιτάζοντας τις βάρκες, κουρνιασμένη στην τρυφερή αγκαλιά του, διαπίστωσε ότι έπασχε από έλλειψη φαντασίας. Όσο κι αν προσπάθησε να φανταστεί το άγγιγμά του δεν πλησίασε καθόλου την πραγματικότητα. Η υφή των χειλιών του έμοιαζε με πέταλα σκούρων κόκκινων τριαντάφυλλων, η γεύση με γλυκό βερίκοκο και τα φιλιά με ανθισμένα γιασεμιά.
Η αυγή φώτισε τα καινούργια όνειρά τους. Κι η θάλασσα έστειλε ένα καραβάκι γεμάτο ελπίδα για να συντροφεύει τη χαρά τους.

6 σχόλια:

Rana Abu Alhaija είπε...

I am speechless!
:*

Neraida είπε...

Εσύ; Αποκλείεται χιχιχι

ΣΜΙΛΙ ΤΩΡΑ είπε...

Νεραιδα μου, απλα υπεροχο!

Neraida είπε...

Να σαι καλά :-) Κάποια στιγμή της ζωής μου θέλω να συνεχίσω την ιστορία τους.....

postbabylon είπε...

ωωωω!

πήπολ φολ ιν λάβ!!!!!!!!

ElizaDay είπε...

ποιός εν τούτος ρε!
εγώ γιατί εν τον είδα να του πουλήσω παπούτσια?