Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Έκλεισε ο κύκλος...

Είμαι αγχώδης.

Είμαι τελειομανής ( με την έννοια ότι θέλω να γίνουν τα πάντα με τον τρόπο μου )

Αυτό με βάζει πολλές φορές σε διαδικασία να παγιδεύομαι σε ένα κύκλο.

Ή καλύτερα να κρατάω ένα λουρί και να προσπαθώ να το κάνω κύκλο.

Να παιδεύομαι, να σκέφτομαι τα αρνητικά και τα θετικά.

Να με πιάνουν οι ανασφάλειες και να βρίσκω την ευκαιρία μιας και μπήκα στο χορό,

να χορέψω.

Δηλαδή, να μην μένω σε αυτό που έχω να αντιμετωπίσω αυτή τη στιγμή αλλά να

σκάβω μέσα μου, να βρίσκω παλιές ανασφάλειες και να τις ανασύρω.

Και όταν κλείσει ο κύκλος , φιουυυυυυυυξ

ΑΝΑΚΟΥΦΗΣΗ!

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Σύγχιση

Παλεύκω με κάτι που εν υπάρχει.
Αν μόνο σκέψη, τζιαι δεν ειναι ουτε σκέψη.
Εν ανασφάλεια τζιαι δεν είναι ουτε ανασφάλεια.


Προσπαθώ να τα βάλω με τις επιθυμίες και τις αποφάσεις μου.
Εν δυνατές όμως.
Τζιαι έντονες.
Έχουν ήδη πάρει το δρόμο τους.

τζιαι εγώ παλεύκω με το τίποτα.

Εσυνήθισα πάντα να βρίσκω εμπόδια
τζιαι νομίζω ότι πάντα υπάρχουν εμποδια.

Η διαφορά είναι ότι τώρα ξεπερνιούνται πιο εύκολα
επειδή έμαθα τρόπους, κέρδισα αυτπεποίθηση κτλ κτλ

μα κάποιες συνήθειες συμπεριφορές έχουν τόσο κολλήσει στο πετσί μου γμτ
που έχουν γίνει ένα με το δέρμα μου και νομίζω ότι αυτό το ανασφαλές, ανασφαλή ( δεν θυμούμαι καν πως γράφεται ) πλάσμα είμαι εγώ.
Δεν είμαι!
Ήμουν κάποτε.

Τα βάζω με τον εαυτό μου πάλι...
για να μην δώσω δικαίωμα σε κανενα άλλο να το κάνει...
Μα είναι πια αχρείαστο

άχρειστο

α

χρηστο

κι εγώ δεν το έμαθα ακόμα.
Δεν πάτησα το "save" να αλλάξουν τα δεδομένα στον χαζό εγκέφαλό μου.
Κάθομαι, με κοιτάω στα μάτια και αγχώνομαι.
Αγχώνομαι για ένα Τίποτα!
που δεν υπάρχει.

το μονο που υπάρχει είναι η ένταση στα δάκτυλά μου
που οδηγούν τα χέρια στο πληκτρολογιο
είναι σαν να κτυπάω κάποιον στα μούτρα.
ίσως να ήθελα να το κάνω.
Δεν ξέρω ποιον όμως, μιας και δεν μου φταίει ουσιαστικά κανείς.

ίσως... ίσως μόνο τον εαυτό μου...
γι αυτό γράφω γραφω γραφω
δίνω γροθιές πολλές!

αυριο...
αυριο θα γινει αυτό που πρεπει να γίνει.
αυτό που Εγώ Θέλω!

φιλιά πολλά!
κι όνειρα νεραϊδένια!

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Άγγελος του Φεγγαριού

Κοιμόμουνα βαθιά, όταν μέσα στο όνειρό μου άκουσα τη φωνή του. Πήδηξα απότομα από το κρεβάτι, σώπασα για λίγο περιμένοντας να ακούσω κάτι ξανά, να καταλάβω ποιος φωνάζει, αλλά δεν κατάφερα να ακούσω τίποτα άλλο ούτε εκείνο το βράδυ. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού προβληματισμένη. Εδώ και μια βδομάδα αυτό συμβαίνει. Βλέπω το ίδιο όνειρο.



Είναι ένα μέρος μακρινό. Καταλαβαίνω ότι βρίσκεται μακριά γιατί φτάνω εκεί λαχανιασμένη, κάθε φορά. Τα πάντα έχουν ασημί χρώμα. Είναι ερημιά παντού. Δεν βλέπω απολύτως τίποτα. Περπατώ, περπατώ και ξαφνικά ακούω τη φωνή του. Μια δυνατή αρρενωπή φωνή που καλεί βοήθεια. Δε λέει ξεκάθαρα αυτή τη λέξη, όμως από το χρώμα της φωνής καταλαβαίνω ότι με χρειάζεται. Ξυπνώ απότομα κάθε φορά. Κάποια βράδια, είμαι σίγουρη, αλήθεια σου λέω, η φωνή ακούγεται και στον ξύπνιο μου. Μόνο για λίγο. Και μετά σιωπή. Κάνω απόλυτη ησυχία για να ακούσω κάτι ακόμα, αλλά τίποτα.


Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να τον αγνοήσω. Η φωνή ήταν ακόμα πιο απελπισμένη και εγώ έπρεπε να κάνω κάτι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, πλησίασα το ερμάρι μου, το άνοιξα και έμεινα για λίγο να παρατηρώ τα ρούχα μου. Κάθε πρωί με ενθουσιάζουν τα πολύχρωμα μπλουζάκια και τα αεράτα φορέματα. Μα τι παράξενο! Αυτή τη στιγμή φαίνονται τόσο ανιαρά. Τα παραμέρισα με μια κίνηση του χεριού μου προς τα αριστερά και άνοιξα το συρτάρι που είναι κρυμμένο στο πίσω μέρος. Έβγαλα από εκεί, με μεγάλη προσοχή, το γαλάζιο νεραϊδένιο φόρεμα, τα ασημένια γοβάκια και πήρα το μαγικό ραβδί στα χέρια μου. Σε δυο λεπτά ήμουν έτοιμη! Ακτινοβολούσα, σαν κάθε άλλη φορά που γίνομαι νεράιδα. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου, βγήκα στο σκοτάδι και κοίταξα τον ουρανό. Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ. Oουρανός δεν είχε καθόλου σύννεφα έτσι το σκοτάδι δεν ήταν τόσο πυκνό. Έψαξα για λίγο στον ουρανό και εντόπισα το αστέρι μου. Χαμογέλασα. Το βρίσκω κάθε φορά με την πρώτη. Και με περιμένει. Μου έχει λείψει τόσο.


Κλείνω τα μάτια, παίρνω βαθιά αναπνοή, χαμογελώ και τότε τα φτερά μου ανοίγουν και εγώ απογειώνομαι. Χαίρομαι τόσο πολύ σαν φτερουγίζω ανάλαφρα για το αστέρι μου. Νιώθω το αεράκι να παίζει με τα μαλλιά μου. Παιχνιδιάρικα ακουμπά τις μπούκλες μου και προσπαθεί να κρυφτεί πίσω τους, μα ταξιδεύω γρήγορα κι όλο του ξεφεύγω. Του στέλνω ένα φιλί για να με θυμάται και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα ότι κάποτε ίσως με κρατήσει κοντά του.


Έχω ήδη ξεφύγει από τη Γη και ακολουθώ την ίδια γνωστή πορεία προς το άστρο μου. Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι, έτσι παρακολουθώ τα άλλα άστρα. Είναι ίδια κάθε φορά. Νιώθω μεγάλη ασφάλεια σε τούτο το δρόμο. Η γλυκιά συνήθεια του να βρίσκεσαι στο σπιτικό σου. Το σπιτικό μου! Είμαι τόσο κοντά του. Προσγειώνομαι στο γνωστό γαλάζιο χώμα του και αρχίζω να τρέχω. Τρέχω όλο χαρά, φτερουγίζω, πηδώ, γελώ τόσο δυνατά που ξυπνώ τη μάγισσα που κοιμάται στο δίπλα αστέρι. Στην αρχή φαίνεται να έχει ξενίσει τη μούρη της αλλά μόλις ανακαλύπτει ότι εγώ είμαι η ενοχλητική παρουσία που της χάλασε το μαγικό όνειρο, με χαιρετά και συνεχίζει τον ύπνο της.


Η χαρά μου με έκανε σχεδόν να ξεχάσω γιατί ήρθα εδώ, μέχρι που ακούω πάλι τη φωνή του. Ακούγεται τόσο κοντά αυτή τη φορά. Σταματώ. Αφουγκράζομαι. Κοιτάζω γύρω μου. Παρατηρώ. Την ακούω ξανά. Κλείνω τα μάτια και ακούω τη φωνή. Η φωνή γίνεται εικόνα μπρος στα κλειστά μου μάτια. Σαν να έχουν γίνει τα μάτια μου το πανί για μια κινηματογραφική ταινία. Αφήνομαι. Νιώθω να αιωρούμαι. Και βλέπω! Έναν άγγελο με κάτασπρα φτερά και μοβ ρούχα, φυλακισμένος σε ένα κάστρο. Ένα ασημένιο κάστρο. Είμαι σίγουρη ότι έχω ξαναδεί τέτοιο μέρος σε μια βόλτα που είχα κάνει πριν από χρόνια. Ναι… τώρα θυμάμαι… Στο φεγγάρι!


Ανοίγω τα μάτια και ετοιμάζομαι να ξεκινήσω… μα κοντοστέκομαι. Δεν ξέρω πως θα πάω στο φεγγάρι. Τη μόνη φορά που είχα περάσει από εκεί, δεν ταξίδευα μόνη. Ένας μονόκερως από το μακρινό άστρο με το χρυσαφί χώμα και τη θάλασσα από ασήμι, μου είχε δείξει το δρόμο. Είναι τόσο μακριά όμως. Δεν θέλω να χάσω χρόνο. Έτσι, πετώ μέχρι τη γειτόνισσα, την γκρίζα μάγισσα του διπλανού αστεριού, την ξυπνώ απαλά και ευγενικά και μου δείχνει το δρόμο για το φεγγάρι.


Ήταν πολύ δύσκολη η διαδρομή. Η δύναμη του φεγγαριού μαγνήτιζε τα φτερά μου και έπρεπε να βάλω όλη την ενέργειά μου για να φτάσω κοντά στην επιφάνεια του φεγγαριού και να προσγειωθώ. Μα τα κατάφερα! Και ήταν αλήθεια ίδιο, όπως στο όνειρό μου. Ερημιά. Άρχισα να περπατώ χωρίς να έχω προορισμό. Πώς να βρεις τον προορισμό σε μια ερημιά; Η φωνή του ξανακούστηκε και την ακολούθησα. Ήταν πολύ ξεκάθαρη πια και έτσι μπορούσα να την εντοπίσω. Ευτυχώς δεν άργησε να φανεί το κάστρο. Ένα ασημένιο τεράστιο κάστρο. Πέταξα δίπλα από τα τείχη του, μέχρι που έφτασα το ανοιχτό παραθύρι στην κορφή του. Μπήκα μέσα στο κάστρο γρήγορα, μην με πάρει είδηση κανείς. Αν υπήρχε κανείς άλλος εκεί.


Τότε, ήταν η πρώτη φορά που τον είδα. Ήταν πανέμορφος. Ο πιο όμορφος άγγελος που είχα δει μέχρι τότε. Τα φτερά του ήταν κατάλευκα και τα μαλλιά του μακριά και ξανθά. Τα μάτια του είχαν ένα γλυκό γαλαζοπράσινο χρώμα που θα το ζήλευε και η θάλασσα της Μεσογείου. Φορούσε ένα μοβ μανδύα, σημαδεμένο με τη φιγούρα μιας ξανθιάς όμορφης κοπέλας. Καθόταν στη γωνιά πίσω από το σιδερένιο λοστό της φυλακής που τον κρατούσε κλεισμένο. Δεν μπορούσα να δω κανένα πληγωμένο σημείο στο σώμα του, μα ήταν φανερό ότι πονούσε. Μόλις με είδε ακούμπησε το χέρι του στο σημείο του μανδύα όπου ήταν το πρόσωπό της κοπέλας. Και πόνεσε πολύ. Είχε αγγίξει την καρδιά του!


Τα σίδερα της φυλακής ήταν πολύ χοντρά και πυκνά. Έψαξα για κλειδί αλλά δεν βρήκα τίποτα. Τότε, δοκίμασα να χρησιμοποιήσω το μαγικό ραβδάκι μου. Τα μαγικά λόγια ακούστηκαν δυνατά κι αντήχησαν σ΄ όλο το κάστρο και τα σίδερα έγιναν μεμιάς μεταξωτές κορδέλες και έπεσαν στο πάτωμα.


Πήγα κοντά του και του άπλωσα το χέρι. Σηκώθηκε και κρατήθηκε πάνω μου. Βγήκαμε από το κάστρο και του ζήτησα να μου κρατά τα χέρια. Αν και πονούσε, μπορούσε ακόμα να πετάξει. Ξεκινήσαμε μαζί για το άστρο μου. Ήταν τόσο όμορφο να πετώ με έναν άγγελο! Ήταν τόσο όμορφος.


Σε λίγο φτάσαμε στο άστρο μου. Προσγειωθήκαμε στην παραλία, κοντά στο μεγάλο βράχο με την παράξενη σπηλιά. Την μόνη παραλία που έχει το άστρο μου. Κι η θάλασσα είναι τόσο μικρή όσο μια λίμνη. Καθίσαμε στην άμμο και τον κράτησα αγκαλιά. Οι λευκές φτερούγες του άνοιξαν και ένιωσα τη ζεστασιά τους. Του χάιδευα το μέτωπο και ο πόνος του έμοιαζε να απαλύνεται. Τον κρατούσα, ήθελα να τον βοηθήσω, να διώξω τον πόνο, να γιατρέψω τις πληγές… μα δεν ήξερα πως! Δεν ήξερα τον τρόπο. Δεν ήθελα να τον αφήσω από την αγκαλιά μου. Με κοίταζε στα μάτια με ένα βλέμμα που εκλιπαρούσε για βοήθεια, για λύτρωση. Και εγώ, η αδύναμη, το μόνο που έκανα ήταν να του χαϊδεύω τα κατάξανθα μαλλιά. Φαίνεται όμως ότι το χάδι μου είχε αποτέλεσμα και σε λίγο αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Εγώ κοίταζα μια το όμορφο πρόσωπό του και μια τη μορφή της κοπέλας στον μανδύα του, προσπαθώντας να εντοπίσω τι ήταν αυτό που με αναστάτωνε κάθε φορά που την κοίταζα.


Κουρασμένη, έκανα να αποκοιμηθώ, όταν ξαφνικά αναπήδησα. Τα μάτια της! Ίδια τα δικά σου! Τα δικά σου μάτια, η ίδια λάμψη, το ίδιο βλέμμα. Η φιγούρα σου ζωντάνεψε μπροστά μου… και τότε… στο γαλάζιο λαμπερό φόρεμα μου, σχηματίστηκε η μορφή σου.


Εσύ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά και έπειτα ένα δυνατό πόνο. Με έχεις ξεχάσει! Έχεις ξεχάσει την ύπαρξη μου. Όσα σου έδωσα, όλη την αγάπη μου, την καρδιά μου, τη ζωή μου την ίδια. Ζούσα για σένα, ανάπνεα για σένα. Κάναμε όνειρα. Με κρατούσες απ’ το χέρι και σεργιανίζαμε στο κρυφό μονοπάτι της ζωής. Ζούσαμε τις δικές μας, αυθεντικές στιγμές. Είχα φτάσει μέχρι τη ψυχή σου. Τη χάιδεψα, τη φίλησα.Και τώρα με έχεις αφήσει πίσω σου. Δεν ξέρω αν δεν κατάλαβες ποτέ τι έδινα για σένα. Δεν ξέρω αν απλά δεν είχες ανάγκη αυτά που έδινα. Ίσως να μην τα ήθελες ποτέ. Ίσως με λάτρεψες, ίσως δεν ένιωσες τίποτα αληθινό. Έχει σημασία; Αλήθεια, έχει σημασία τώρα πια; Με ξέχασες! Με ξέχασες…


Ξέσπασα σε λυγμούς… Τα φτερά μου μαζεύτηκαν, τα ραβδάκια χάθηκαν, η λάμψη του φορέματός μου κρύφτηκε πίσω από τον μανιασμένο ωκεανό των δακρύων μου. Κι η θάλασσα του αστεριού μου μεγάλωσε…


Πρέπει να είχαν περάσει πολλές ώρες… όταν ξαφνικά ένιωσα τις φτερούγες να σαλεύουν στην αγκαλιά μου. Ξύπνησα. Είχα αποκοιμηθεί. Άνοιξα τα μάτια ζαλισμένη και ένιωθα ότι κάτι είχε γίνει. Κάτι είχε αλλάξει. Ο άγγελος σηκώθηκε. Δεν πονούσε πια κι ο μανδύας του άλλαξε. Πότε άλλαξε, πως έγινε έτσι; Ήταν λευκός! Ένας ολόλευκος άγγελος. Κι… η φιγούρα χάθηκε, η καρδιά γιατρεύτηκε και το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η λάμψη έφτασε μέχρι το δικό μου πρόσωπο. Κι οι φτερούγες μου έλαμψαν και κουνήθηκαν παίρνοντας με ψηλά. Το αεράκι χάιδεψε το κατάλευκο μου φόρεμα. Κατάλευκο φόρεμα; Δεν είχα ποτέ κατάλευκο φόρεμα… Τι έγινε;


Φτερουγίσαμε κι οι δυο στον ουρανό. Δώσαμε ένα φιλί και ο άγγελος φτερούγισε πίσω για το φεγγάρι και εγώ πήρα το δρόμο για το δωμάτιό μου.


Φύλαξα το λευκό καινούργιο φόρεμα στην ντουλάπα μου και ξάπλωσα να κοιμηθώ. Χαμογελούσα γιατί ήξερα ότι ο άγγελος ήταν ευτυχισμένος. Θα τον θυμάμαι πάντα. Θα βλέπω το φεγγάρι και θα του χαμογελώ… Κι αυτός θα με θυμάται… Είμαι σίγουρη…


Υ.Γ. "Ο Άγγελος του Φεγγαριού είναι αυτός που μαζεύει τις χαμένες αγάπες και τις φυλάει στην πανσέληνο, για να ξαναγυρίζουν στις μοναχικές καρδιές όταν την κοιτάνε!"

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Ένα ποτήρι νερό

Καμοιά φορά μας ζητάνε ένα ποτήρι νερό...

Κι αναρωτιέμαι αν αυτό που πραγματικά μας ζητάνε

είναι ένα ποτήρι αγάπη για να ξεδιψάσουν την καρδιά τους!

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Μετάβαση

Στο περασμένο θέμα έγραψα για την μεταμόρφωση του μεταξοσκώληκα.
Πόψε γράφω για τζίνην τη στιγμή που η πεταλούδα βκαίνει που το κουκούλι.
Μια στιγμή που εν κολλημένη ακόμα μέσα.
Μέσα της.
Τζιαι αφήνει το πίσω. Γίνεται παρελθόν.
Ο μεταξοσκώληκας εν υπάρχει.
Τζιαι παρόλο που εν πολλά χαρούμενη για τα νέα της, άσπρα φτερά,
κάθεται στον ήλιον να στεγνώσει,
κάτι μέσα στην ύπαρξην της θυμάται τον μεταξοσκώληκα.
Εν υπάρχει πια. Έχασεν την ύπαρξην του.

Κάθεται σε μιαν γωνιάν τζιαι κλαίει.
Ενώνει τα δάκρυά της με τα υγρά που έχουν τα φτερά της.
Πενθεί.
Κλαίει συνέχεια.
Για ότι πέρασε.
Για τον μεταξοσκώληκα που θυσίασε την ύπαρξή του για χάρη της.
Κοιτάει τα όμορφα φτερά της και νιώθει ενοχή.
Ξέρει ότι μια ύπαρξη χάθηκε για χάρη τους.

Τα φτερά!
Η ελευθερία ίσως!
Είναι τόσο καινούργια που δεν ξέρει να την χειριστεί.
Δεν ξέρει ακόμα να πετάξει.
Δεν της στερεί κανεις το δικαίωμα.
Αντίθετα, ακόμα και ο ήλιος τη ζεσταίνει, τη στεγνώνει, τη βοηθά.

Κι αυτή σήμερα,
αυτή τη μέρα που όλα είναι υγρά γύρω της,
θέλει να κολυμπήσει σε ωκεανούς δακρύων...


για μία και τελευταία φορά.......

Αποχαιρετισμός.....



Απολείπειν ο θεός Αντώνιον - Κ. Καβάφης

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Μεταξοσκώληκας

Όταν ήμουν μιτσιά αναγιώνναμεν μεταξοσκώληκες σπίτιν της γιαγιάς μου.
Εβάλλαμεν έναν μεγάλον τσέστον τζιαι εγεμώναμεν τον με φύλλα συκαμιάς.
Είχαμεν μια συκαμιάν στην αυλή του δημοτικού τζιαι εμαζεύκαμεν φύλλα.
Πάνω εβάλλαμεν τους μικρούς μεταξοσκώληκες.
Συνήθως εδίαν μας τους καμοιά συγγένισσα.
Ήταν της μόδας τότε να εκτρέφουμεν.

Συνήθως εφοούμουν ούλλα τα έντομα, τις κατσαρίδες, τις αράχνες.
Μα τούτα τα ζωάκια ήταν όμορφα. Έπιανα τα στο σιέριν μου.
Θυμούμαι ακόμα το άγγιγμα στο δέρμα μου.
Το άσπρο δέρμα τους που ήταν φιλόξενο κι όχι αηδιαστικό.
Μεγάλωναν.
Έτρωγαν με όρεξη.
Θυμάμαι το στόμα τους να ροκανίζει αχόρταγα τα φύλλα.
Να μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα.

Κι ερχόταν ο καιρός που γίνονταν κουκούλι.
Έμπλεκαν με το σάλιο τους γύρω γύρω απο τον εαυτό τους.
Φυλακίζονταν.
Ασφάλεια.
Σπίτι.
Φυλακή.
Μετάλλαξη.
Θάλαμος.

Και περιμέναμε.
Χαζεύαμε τα κουκούλια να μεγαλώνουν.

Κάποια τα μαζεύαμε και τα οδηγούσαμε σε το θάνατο.
Για να χρησιμοποιήσουμε το κουκούλι.
Να φτιάξουμε κάδρα.
Το μετάξι.

Κάποια άλλα τρυπούσαν το κουκούλι κι έβγαιναν έξω.
Πεταλούδες με άσπρα φτερά.
Περίεργα, σχεδόν βαρετά φτερά.


Σήμερα τρύπησα το κουκούλι μου.
Δυο και μισός μήνες μετάλλαξης.

Αύριο βγαίνω πάλι έξω.
Στον κόσμο.

Δοκιμάζομαι.
Δοκιμάζω τα νέα μου φτερά.

Κάνε θεέ μου να μείνουν άσπρα και όμορφα και να ζήσω.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Καλή Ανάσταση!

Η αγάπη είναι το αυτονόητο!


Καλή Ανάσταση!

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Λάθος διάγνωση

Κάποτε οι άνθρωποι έβλεπαν τον κεραυνό να πέφτει κι έλεγαν ότι τον ρίχνει ο Δίας.

Λάθος διάγνωση.

Κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν ότι η γη είναι επίπεδη.

Λάθος διάγνωση.


Κάποτε πίστευα ότι με αγαπούσες.

Λάθος διάγνωση.

Κάποτε νόμιζα ότι με ζήλευες και γι αυτό ήσουν απόμακρη.

Λάθος διάγνωση.


.
.
.
.
.
Χρειάζομαι να μάθω μαθηματικά, φυσική ή ιατρική.
Ή απλά θα σταματήσω να κάνω διαγνώσεις....