Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Ο Άγγελος του Φεγγαριού

Κοιμόμουνα βαθιά, όταν μέσα στο όνειρό μου άκουσα τη φωνή του. Πήδηξα απότομα από το κρεβάτι, σώπασα για λίγο περιμένοντας να ακούσω κάτι ξανά, να καταλάβω ποιος φωνάζει, αλλά δεν κατάφερα να ακούσω τίποτα άλλο ούτε εκείνο το βράδυ. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού προβληματισμένη. Εδώ και μια βδομάδα αυτό συμβαίνει. Βλέπω το ίδιο όνειρο.



Είναι ένα μέρος μακρινό. Καταλαβαίνω ότι βρίσκεται μακριά γιατί φτάνω εκεί λαχανιασμένη, κάθε φορά. Τα πάντα έχουν ασημί χρώμα. Είναι ερημιά παντού. Δεν βλέπω απολύτως τίποτα. Περπατώ, περπατώ και ξαφνικά ακούω τη φωνή του. Μια δυνατή αρρενωπή φωνή που καλεί βοήθεια. Δε λέει ξεκάθαρα αυτή τη λέξη, όμως από το χρώμα της φωνής καταλαβαίνω ότι με χρειάζεται. Ξυπνώ απότομα κάθε φορά. Κάποια βράδια, είμαι σίγουρη, αλήθεια σου λέω, η φωνή ακούγεται και στον ξύπνιο μου. Μόνο για λίγο. Και μετά σιωπή. Κάνω απόλυτη ησυχία για να ακούσω κάτι ακόμα, αλλά τίποτα.


Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να τον αγνοήσω. Η φωνή ήταν ακόμα πιο απελπισμένη και εγώ έπρεπε να κάνω κάτι. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, πλησίασα το ερμάρι μου, το άνοιξα και έμεινα για λίγο να παρατηρώ τα ρούχα μου. Κάθε πρωί με ενθουσιάζουν τα πολύχρωμα μπλουζάκια και τα αεράτα φορέματα. Μα τι παράξενο! Αυτή τη στιγμή φαίνονται τόσο ανιαρά. Τα παραμέρισα με μια κίνηση του χεριού μου προς τα αριστερά και άνοιξα το συρτάρι που είναι κρυμμένο στο πίσω μέρος. Έβγαλα από εκεί, με μεγάλη προσοχή, το γαλάζιο νεραϊδένιο φόρεμα, τα ασημένια γοβάκια και πήρα το μαγικό ραβδί στα χέρια μου. Σε δυο λεπτά ήμουν έτοιμη! Ακτινοβολούσα, σαν κάθε άλλη φορά που γίνομαι νεράιδα. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου, βγήκα στο σκοτάδι και κοίταξα τον ουρανό. Είχε πανσέληνο εκείνο το βράδυ. Oουρανός δεν είχε καθόλου σύννεφα έτσι το σκοτάδι δεν ήταν τόσο πυκνό. Έψαξα για λίγο στον ουρανό και εντόπισα το αστέρι μου. Χαμογέλασα. Το βρίσκω κάθε φορά με την πρώτη. Και με περιμένει. Μου έχει λείψει τόσο.


Κλείνω τα μάτια, παίρνω βαθιά αναπνοή, χαμογελώ και τότε τα φτερά μου ανοίγουν και εγώ απογειώνομαι. Χαίρομαι τόσο πολύ σαν φτερουγίζω ανάλαφρα για το αστέρι μου. Νιώθω το αεράκι να παίζει με τα μαλλιά μου. Παιχνιδιάρικα ακουμπά τις μπούκλες μου και προσπαθεί να κρυφτεί πίσω τους, μα ταξιδεύω γρήγορα κι όλο του ξεφεύγω. Του στέλνω ένα φιλί για να με θυμάται και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα ότι κάποτε ίσως με κρατήσει κοντά του.


Έχω ήδη ξεφύγει από τη Γη και ακολουθώ την ίδια γνωστή πορεία προς το άστρο μου. Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι, έτσι παρακολουθώ τα άλλα άστρα. Είναι ίδια κάθε φορά. Νιώθω μεγάλη ασφάλεια σε τούτο το δρόμο. Η γλυκιά συνήθεια του να βρίσκεσαι στο σπιτικό σου. Το σπιτικό μου! Είμαι τόσο κοντά του. Προσγειώνομαι στο γνωστό γαλάζιο χώμα του και αρχίζω να τρέχω. Τρέχω όλο χαρά, φτερουγίζω, πηδώ, γελώ τόσο δυνατά που ξυπνώ τη μάγισσα που κοιμάται στο δίπλα αστέρι. Στην αρχή φαίνεται να έχει ξενίσει τη μούρη της αλλά μόλις ανακαλύπτει ότι εγώ είμαι η ενοχλητική παρουσία που της χάλασε το μαγικό όνειρο, με χαιρετά και συνεχίζει τον ύπνο της.


Η χαρά μου με έκανε σχεδόν να ξεχάσω γιατί ήρθα εδώ, μέχρι που ακούω πάλι τη φωνή του. Ακούγεται τόσο κοντά αυτή τη φορά. Σταματώ. Αφουγκράζομαι. Κοιτάζω γύρω μου. Παρατηρώ. Την ακούω ξανά. Κλείνω τα μάτια και ακούω τη φωνή. Η φωνή γίνεται εικόνα μπρος στα κλειστά μου μάτια. Σαν να έχουν γίνει τα μάτια μου το πανί για μια κινηματογραφική ταινία. Αφήνομαι. Νιώθω να αιωρούμαι. Και βλέπω! Έναν άγγελο με κάτασπρα φτερά και μοβ ρούχα, φυλακισμένος σε ένα κάστρο. Ένα ασημένιο κάστρο. Είμαι σίγουρη ότι έχω ξαναδεί τέτοιο μέρος σε μια βόλτα που είχα κάνει πριν από χρόνια. Ναι… τώρα θυμάμαι… Στο φεγγάρι!


Ανοίγω τα μάτια και ετοιμάζομαι να ξεκινήσω… μα κοντοστέκομαι. Δεν ξέρω πως θα πάω στο φεγγάρι. Τη μόνη φορά που είχα περάσει από εκεί, δεν ταξίδευα μόνη. Ένας μονόκερως από το μακρινό άστρο με το χρυσαφί χώμα και τη θάλασσα από ασήμι, μου είχε δείξει το δρόμο. Είναι τόσο μακριά όμως. Δεν θέλω να χάσω χρόνο. Έτσι, πετώ μέχρι τη γειτόνισσα, την γκρίζα μάγισσα του διπλανού αστεριού, την ξυπνώ απαλά και ευγενικά και μου δείχνει το δρόμο για το φεγγάρι.


Ήταν πολύ δύσκολη η διαδρομή. Η δύναμη του φεγγαριού μαγνήτιζε τα φτερά μου και έπρεπε να βάλω όλη την ενέργειά μου για να φτάσω κοντά στην επιφάνεια του φεγγαριού και να προσγειωθώ. Μα τα κατάφερα! Και ήταν αλήθεια ίδιο, όπως στο όνειρό μου. Ερημιά. Άρχισα να περπατώ χωρίς να έχω προορισμό. Πώς να βρεις τον προορισμό σε μια ερημιά; Η φωνή του ξανακούστηκε και την ακολούθησα. Ήταν πολύ ξεκάθαρη πια και έτσι μπορούσα να την εντοπίσω. Ευτυχώς δεν άργησε να φανεί το κάστρο. Ένα ασημένιο τεράστιο κάστρο. Πέταξα δίπλα από τα τείχη του, μέχρι που έφτασα το ανοιχτό παραθύρι στην κορφή του. Μπήκα μέσα στο κάστρο γρήγορα, μην με πάρει είδηση κανείς. Αν υπήρχε κανείς άλλος εκεί.


Τότε, ήταν η πρώτη φορά που τον είδα. Ήταν πανέμορφος. Ο πιο όμορφος άγγελος που είχα δει μέχρι τότε. Τα φτερά του ήταν κατάλευκα και τα μαλλιά του μακριά και ξανθά. Τα μάτια του είχαν ένα γλυκό γαλαζοπράσινο χρώμα που θα το ζήλευε και η θάλασσα της Μεσογείου. Φορούσε ένα μοβ μανδύα, σημαδεμένο με τη φιγούρα μιας ξανθιάς όμορφης κοπέλας. Καθόταν στη γωνιά πίσω από το σιδερένιο λοστό της φυλακής που τον κρατούσε κλεισμένο. Δεν μπορούσα να δω κανένα πληγωμένο σημείο στο σώμα του, μα ήταν φανερό ότι πονούσε. Μόλις με είδε ακούμπησε το χέρι του στο σημείο του μανδύα όπου ήταν το πρόσωπό της κοπέλας. Και πόνεσε πολύ. Είχε αγγίξει την καρδιά του!


Τα σίδερα της φυλακής ήταν πολύ χοντρά και πυκνά. Έψαξα για κλειδί αλλά δεν βρήκα τίποτα. Τότε, δοκίμασα να χρησιμοποιήσω το μαγικό ραβδάκι μου. Τα μαγικά λόγια ακούστηκαν δυνατά κι αντήχησαν σ΄ όλο το κάστρο και τα σίδερα έγιναν μεμιάς μεταξωτές κορδέλες και έπεσαν στο πάτωμα.


Πήγα κοντά του και του άπλωσα το χέρι. Σηκώθηκε και κρατήθηκε πάνω μου. Βγήκαμε από το κάστρο και του ζήτησα να μου κρατά τα χέρια. Αν και πονούσε, μπορούσε ακόμα να πετάξει. Ξεκινήσαμε μαζί για το άστρο μου. Ήταν τόσο όμορφο να πετώ με έναν άγγελο! Ήταν τόσο όμορφος.


Σε λίγο φτάσαμε στο άστρο μου. Προσγειωθήκαμε στην παραλία, κοντά στο μεγάλο βράχο με την παράξενη σπηλιά. Την μόνη παραλία που έχει το άστρο μου. Κι η θάλασσα είναι τόσο μικρή όσο μια λίμνη. Καθίσαμε στην άμμο και τον κράτησα αγκαλιά. Οι λευκές φτερούγες του άνοιξαν και ένιωσα τη ζεστασιά τους. Του χάιδευα το μέτωπο και ο πόνος του έμοιαζε να απαλύνεται. Τον κρατούσα, ήθελα να τον βοηθήσω, να διώξω τον πόνο, να γιατρέψω τις πληγές… μα δεν ήξερα πως! Δεν ήξερα τον τρόπο. Δεν ήθελα να τον αφήσω από την αγκαλιά μου. Με κοίταζε στα μάτια με ένα βλέμμα που εκλιπαρούσε για βοήθεια, για λύτρωση. Και εγώ, η αδύναμη, το μόνο που έκανα ήταν να του χαϊδεύω τα κατάξανθα μαλλιά. Φαίνεται όμως ότι το χάδι μου είχε αποτέλεσμα και σε λίγο αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Εγώ κοίταζα μια το όμορφο πρόσωπό του και μια τη μορφή της κοπέλας στον μανδύα του, προσπαθώντας να εντοπίσω τι ήταν αυτό που με αναστάτωνε κάθε φορά που την κοίταζα.


Κουρασμένη, έκανα να αποκοιμηθώ, όταν ξαφνικά αναπήδησα. Τα μάτια της! Ίδια τα δικά σου! Τα δικά σου μάτια, η ίδια λάμψη, το ίδιο βλέμμα. Η φιγούρα σου ζωντάνεψε μπροστά μου… και τότε… στο γαλάζιο λαμπερό φόρεμα μου, σχηματίστηκε η μορφή σου.


Εσύ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά και έπειτα ένα δυνατό πόνο. Με έχεις ξεχάσει! Έχεις ξεχάσει την ύπαρξη μου. Όσα σου έδωσα, όλη την αγάπη μου, την καρδιά μου, τη ζωή μου την ίδια. Ζούσα για σένα, ανάπνεα για σένα. Κάναμε όνειρα. Με κρατούσες απ’ το χέρι και σεργιανίζαμε στο κρυφό μονοπάτι της ζωής. Ζούσαμε τις δικές μας, αυθεντικές στιγμές. Είχα φτάσει μέχρι τη ψυχή σου. Τη χάιδεψα, τη φίλησα.Και τώρα με έχεις αφήσει πίσω σου. Δεν ξέρω αν δεν κατάλαβες ποτέ τι έδινα για σένα. Δεν ξέρω αν απλά δεν είχες ανάγκη αυτά που έδινα. Ίσως να μην τα ήθελες ποτέ. Ίσως με λάτρεψες, ίσως δεν ένιωσες τίποτα αληθινό. Έχει σημασία; Αλήθεια, έχει σημασία τώρα πια; Με ξέχασες! Με ξέχασες…


Ξέσπασα σε λυγμούς… Τα φτερά μου μαζεύτηκαν, τα ραβδάκια χάθηκαν, η λάμψη του φορέματός μου κρύφτηκε πίσω από τον μανιασμένο ωκεανό των δακρύων μου. Κι η θάλασσα του αστεριού μου μεγάλωσε…


Πρέπει να είχαν περάσει πολλές ώρες… όταν ξαφνικά ένιωσα τις φτερούγες να σαλεύουν στην αγκαλιά μου. Ξύπνησα. Είχα αποκοιμηθεί. Άνοιξα τα μάτια ζαλισμένη και ένιωθα ότι κάτι είχε γίνει. Κάτι είχε αλλάξει. Ο άγγελος σηκώθηκε. Δεν πονούσε πια κι ο μανδύας του άλλαξε. Πότε άλλαξε, πως έγινε έτσι; Ήταν λευκός! Ένας ολόλευκος άγγελος. Κι… η φιγούρα χάθηκε, η καρδιά γιατρεύτηκε και το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η λάμψη έφτασε μέχρι το δικό μου πρόσωπο. Κι οι φτερούγες μου έλαμψαν και κουνήθηκαν παίρνοντας με ψηλά. Το αεράκι χάιδεψε το κατάλευκο μου φόρεμα. Κατάλευκο φόρεμα; Δεν είχα ποτέ κατάλευκο φόρεμα… Τι έγινε;


Φτερουγίσαμε κι οι δυο στον ουρανό. Δώσαμε ένα φιλί και ο άγγελος φτερούγισε πίσω για το φεγγάρι και εγώ πήρα το δρόμο για το δωμάτιό μου.


Φύλαξα το λευκό καινούργιο φόρεμα στην ντουλάπα μου και ξάπλωσα να κοιμηθώ. Χαμογελούσα γιατί ήξερα ότι ο άγγελος ήταν ευτυχισμένος. Θα τον θυμάμαι πάντα. Θα βλέπω το φεγγάρι και θα του χαμογελώ… Κι αυτός θα με θυμάται… Είμαι σίγουρη…


Υ.Γ. "Ο Άγγελος του Φεγγαριού είναι αυτός που μαζεύει τις χαμένες αγάπες και τις φυλάει στην πανσέληνο, για να ξαναγυρίζουν στις μοναχικές καρδιές όταν την κοιτάνε!"

3 σχόλια:

verseau είπε...

Δεν μπορώ να καταλάβω...τόσο ωραίο κείμενο και ούτε μια απάντηση!!!

Σε ευχαριστώ για ακόμα μια φορά που μου επέτρεψες να βάλω κείμενο σου στο ιστολόγιο μου!

http://verseau.pblogs.gr/2010/04/o-aggelos-toy-feggarioy.html

Neraida είπε...

That's what friends are for!


Δεν πειράζει που δεν έχει σχόλια.
Για προσωπική μου ανάγκη γράφω στο μπλογκ μου... ο σκοπός έχει επιτευχθεί.

Neraida είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.