Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Η χρυσαφένια βασίλισσα

Βγήκε από το παλάτι. Δεν άντεχε άλλο. Πνιγόταν.
Τράβηξε κατά τη θάλασσα.
Ήθελε να τρέξει. Μα κράτησε το βήμα της αργό και σταθερό.
Χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που ένοιαζε να ήταν καρφωμένο, φτιαχτά βαλμένο
στο πρόσωπό της.
Ο αέρας πάγωνε το δέρμα της μα δεν σήκωσε ούτε μια φορά το χέρι της
να καλύψει το πρόσωπο.
Πλησίαζε το φθινόπωρο. Της έλειπε κιόλας το καλοκαίρι.

Πέρασε από τους κήπους, βγήκε από την καγκελένια είσοδο, που έμοιαζε σαν συλλογή
από σπαθιά κι ακόντια.
Το φόρεμά της πιάστηκε σε ένα από τα σπαθιά. Το τρύπησε.
Εκείνη δεν κοντοστάθηκε. Δεν ήθελε να φανεί ότι τσαλακώθηκε. Ότι τρύπησε το φόρεμα.
Το τράβηξε απότομα κι άτσαλα.

Ίσως δεν μπορούσε να φτιαχτεί πάλι το χρυσαφένιο φόρεμα αλλά δεν την απασχολούσε.
Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να περπατά με το κεφάλι ίσια.

Έφτασε στη θάλασσα. Περπάτησε ένα στενό, πετρινο δρομάκι κι έκατσε στους βράχους.
Δυο καβούρια το έβαλαν όσο πιο γοργά μπορούσαν στα πόδια.

Κοίταζε τη θάλασσα, αγέρωχη, αμίλητη, βουρκωμένη. Δεν άφηνε σταγόνα δάκρυ να στάξει.
Τα κρατούσε πεισματικά στα μάτια της.

Το βλέμμα της απλώθηκε στον ορίζοντα κι έμεινε κενό να κρέμμεται στην ομίχλη.

Με περιμένει.

Κάθεται εκεί και περιμένει. Χωρίς λέξη, μιλιά, παράπονο.
Σφίγγει τα δόντια και κρατά το χρυσαφένιο φόρεμα.

Θα θελε να τα πετάξει όλα.
Το χρυσαφένιο φόρεμα, τις γόβες, τα κοσμήματα, το μενταγιόν, τα δανδελένια εσσώρουχα
και να βουτήξει γυμνή στο κύμα.

Αν μπορούσε να πει, θα έλεγε πως θα κολυμπούσε, όσο κρατάει η αθάνατη ψυχή της
για να έρθει να με βρει. Να πέσει στα πόδια και να ζητήσει συγχώρεση.
Μα είναι βασίλισσα.
Δεν κάνει.

Δεν κάνει.

Όχι από εγωισμό και κακία.

Από χρέος. Από εκπλήρωση του ιερού σκοπού του θρόνου της.

Της τον άφησε ο πατέρας της. Να διακυβερνά. Να φωτίζει. Να λάμπει.
Να πέφτει ο ήλιος πάνω της και να σκορπά τη χαρά.

Από τότε που φόρεσε το στέμμα δεν περίμενε ποτέ. Είχε την εξουσία στα χέρια της.
Είχε την ισχύει και τη δύναμη.

Μέχρι που γνώρισε εμένα.
Τον Ασημένιο Βασιλιά.

Της έδωσα τον ώμο μου να κλάψει.
Θυμήθηκε. Ένιωσε το αίμα στις φλέβες να κυλά.
Μαλάκωσε κι έγινε μικρή, χωρίς το βαρύ χρυσαφένιο φόρεμα.

Τώρα έφυγα.
Κι αυτή το ξαναφόρεσε.

Κάθεται στην ακρογιαλία και με περιμένει.
Σιωπηλά.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ.

Αφήνει μόνο το κύμα να βρέξει τις γόβες της.
Θα χαλάσουν. Το ξέρει. Μα δεν σκύβει να τις βγάλει...
Δεν κάνει...

Περιμένει....

2 σχόλια:

Μενελαος είπε...

Αχ βρε Νεράιδά μου, πολύ ωραία μας τα έθεσες!! Η χρυσαφένια βασίλισσα και ο ασημένιος βασιλιάς. Τι αληγορία κι αυτή. Να'σαι πάντα καλά!!

Neraida είπε...

Καλημέρα μελένιε Μενέλαε μου!

Χαίρομαι που σ' άρεσε.
Κι εσύ να σαι καλά και να δημιουργείς πάντα!