Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Κερύνεια - 1


Διέσχισα με τα πόδια την οδό Λήδρας. Πρωί Σαββάτου.  Ο Δώρος καθόταν στο παγκάκι και με περίμενε.  Με ένα βιβλίο ποίησης στα χέρια. Χαμογέλασε σαν με είδε. Τον χαιρέτησα.

-          Πόσο χαίρομαι! Θα πάμε μαζί να μου δείξεις την Κερύνεια Σου! είπα.

-          Ναι, όμορφα! Όμως θα πάμε ξανά.  Είχες πει ότι θες να δεις τη Δική μου Κερύνεια.  Έτσι πρέπει να ξαναπάμε.

-          Ναι! Θα πάμε!

Περάσαμε το οδόφραγμα και δείξαμε τις ταυτότητές μας. Δεν μου έκανε αίσθηση.  Είναι μια κίνηση που κάνω συχνά στην καθημερινότητά μου. Είχα πάει προετοιμασμένη ψυχολογικά.  Ή αν θες καθόρισα την στάση μου απέναντι στο γεγονός.  Ήταν η πρώτη φορά που θα διέσχιζα την πράσινη γραμμή.  Δεν ήξερα τι συναισθήματα θα είχα.  Έτσι, δεν άφησα μεγάλο περιθώριο. Κυριάρχησε ο ορθολογισμός.   Είμαι μια γυναίκα,  που νιώθω κτητικότητα μόνο για το σπίτι μου, το χώρο μου.  Έβγαλα από πάνω μου τους μανδύες που γράφανε : Πολίτης, πατρίδα, κατοχή, πόνος, απώλεια, δικό μου, δίκιο, σύνορα, σημαίες.

Έτσι κι αλλιώς αποφάσισα αυτό το ταξίδι όταν ο Δώρος μου εξήγησε πράγματα που εγώ για 40+ χρόνια δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω και να διαβάσω.  Με το ελαφρυντικό ότι εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα πολιτικά.  Μου είχε εξηγήσει για τις συμφωνίες που έγιναν, για το τι μπορώ να περιμένω να αλλάξει στην Κύπρο και τι όχι.  Έτσι, ένιωσα να ζω, ακόμα μια φορά, ένα φιάσκο σε τούτον τον τόπο.

Ήθελα να κάνω αυτή την εκδρομή.  Ζήλεψα που ο Δώρος πήγαινε συχνά στον τόπο του, στα κτήματά του κι εγώ θεωρούσα ότι δεν μπορώ να του κάνω παρέα.  Εξέφρασα το φόβο μου να μεταβώ στα κατεχόμενα, όταν ήδη αποφασίσαμε ότι θα πάμε παρέα. Ο Δώρος γέλασε με την καρδιά του όταν του είπα φοβάμαι. Μόνο που δεν με είπε ανόητη.

Από παιδί, ζώντας το 74 όταν ήμουν γύρω στα 3, με τον τρόπο που επηρέασε την οικογένειά μου το γεγονός και καθόρισε την μετέπειτα ζωή μου, έχοντας μέλος της ευρύτερης οικογένειας αγνοούμενο ακόμα, στο μυαλό μου η λέξη κατεχόμενα έφερνε εικόνες με ένοπλους τούρκους στρατιώτες.

Διασχίζοντας, λοιπόν, το οδόφραγμα, βρέθηκα στη συνέχεια των εμπορικών δρόμων της Λευκωσίας.  Καταστήματα, καφενεία, ταξί, περαστικοί.  Αν ξεχώριζε κάτι ήταν ότι οι λέξεις στις επιγραφές και παντού ήταν τούρκικες.  Ο χώρος ήδη ήταν οικείος.  Το σώμα μου αναγνώρισε τις εικόνες, τους ήχους, την αίσθηση σαν κάτι δικό του.  Σαν να περπατούσα σε μια γειτονιά της ελεύθερης περιοχής. Λευκωσία ή Λάρνακα ή ακόμα και Αθήνα, Ελλάδα, Ιταλία ή κάπου αλλού στη Μεσόγειο.

Αναρωτήθηκα πάλι για την παγκοσμιοποίηση.  Όπου οι ταμπέλες, οι ονομασίες, το στυλ των καταστημάτων, όλα βιομηχανοποιημένα, στημένα με πανομοιότυπο τρόπο.  Που είναι η έκφραση μας;  Σαν να είμαστε καλοκουρδισμένα ανθρωπάκια που ζούμε σε στημένες πλαστικές γειτονιές.  Ούτως ή αλλιώς χωρίς ουσιαστικά να έχουμε ταυτότητα.

Μπήκαμε στο λεωφορείο και ξεκινήσαμε για την Κερύνεια.

Είδα τα τείχη! Είδα την Πύλη της Κερύνειας! Είδα το άστρο της Λευκωσίας, την πίσω του πλευρά! Το είδα! Υπάρχει!

Ο δρόμος προς την Κερύνεια δεν είχε κάτι αξιόλογο, ούτε από τουριστικής ή άλλης άποψης.  Ο Δώρος μου έλεγε ιστορίες, βιώματά του. Μου αρέσει όταν μου εξιστορεί τη ζωή του. Συνειδητοποιώ ότι έχω να κάνω με κάποιον που έζησε τη ζωή του, κατά κάποιον τρόπο, σαν πρίγκιπας.

Τα μάτια μου ήταν συνεχώς καρφωμένα στον Πενταδάκτυλο.  Όσο κυλούσε το λεωφορείο, τόσο πλησιάζαμε. 

Φαντάσου τώρα, μια εικόνα που την βλέπεις 40+ χρόνια από μια Α απόσταση, ξαφνικά «Να κάνεις ζουμ» και να την βλέπεις όλο κι από πιο κοντά.  Ήταν απίστευτα περίεργο συναίσθημα.  Ήταν το «απόμακρο» που δεν μπορώ να πάω, που έγινε «Μπορώ να είμαι εδώ».  Έσπασε ένα «φράγμα».  Και το μόνο που είχε σημασία για μένα εκείνη τη στιγμή ήταν η ελεύθερη διακίνηση.

Είδα τις απότομους βράχους στη ράχη του. Είδα την άγονη γη. Πέρασα από πάνω του, από μέσα του. Σαν εξαγνισμένος. Σαν φάντασμα που σε δέχεται στα σπλάχνα του.

Από την άλλη μεριά άρχισε να πυκνώνει το δάσος.  Ο Δώρος μου είπε για ένα ποταμό που υπάρχει αλλά δεν φαίνεται από το δρόμο.  Είχε πει ότι η γη ανήκε στην οικογένειά του επί τουρκοκρατίας. Ο Προ-προ-προ-πάππος του είχε κάνει συμφωνία να δώσει τη γη όπου ήταν το ποτάμι για να ποτίζεται η Κερύνεια. Κι έτσι γλύτωσε τη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του.

Δεν μου έκανε τόση εντύπωση ούτε η πιο δασώδης πλευρά του Πενταδακτύλου, ούτε η απίστευτη θέα της θάλασσας που απλώνεται, ούτε η πυκνοκατοικημένη μοντέρνα πόλη της Κερύνειας.

Η καρδιά μου χτυποκάρδισε όταν αντίκρισα το λόφο που είναι το δάσος του Δώρου. 

-          Να τον λόφο μου, αναφώνησε με τον ίδιο ενθουσιασμό που ένα πεντάχρονο παιδί σου δείχνει το παιγνίδι του.

Ένας λόφος, κάποτε καταπράσινος, τώρα με λίγα δέντρα και κτισμένα στο πλάι και στην κορυφή τσιμεντένια κακόγουστα σπίτια.

Ένας λόφος ανάμεσα στο βουνό του Πενταδακτύλου και στις ακτές της Κερύνειας.  Θα έλεγα πως φάνταζε, στα μάτια της φαντασίας μου, σαν ένας μικρός πλανήτης όπου ο μικρός πρίγκιπας περνούσε τις ώρες του στην απομόνωση, ανακαλύπτοντας τις αξίες της ζωής και την ομορφιά.  Παρέα με τα φίδια και την αγριάδα της φύσης, σκάβοντας σπηλιά για να προστατευτεί, καλλιεργώντας τη γραφή για να βρει την ανάταση του πνεύματος.

Σαν φτάσαμε στην Κερύνεια ο Δώρος μου έκανε ξενάγηση. Εδώ ήταν το Δημαρχείο, εδώ ήταν η αγορά, πιο κάτω το σπίτι μας κτλ.

Ανεβήκαμε σε μια ταράτσα ενός καφενείου.  Υπέροχη θέα! Κάτω ήταν το λιμάνι της Κερύνειας. Μαγεία! Η θάλασσα, τα όμορφα καραβάκια, τα σπίτια, το κάστρο.

Κατεβήκαμε. Πήγαμε στο κάστρο. Μεγαλόπρεπο και πολύ έξυπνα αρχιτεκτονικά σχεδιασμένο.  Είδα τις τούρκικες σημαίες στο κάστρο.  Και πιο κάτω επιγραφές που έλεγαν για την ιστορία του κάστρου 1190 …

Μου φάνηκε γελοίο το γεγονός ότι το ύφασμα προσπαθεί να υπερβεί την πέτρα. Άνισοι υλικοί κανόνες. Φαντάστηκα σημαίες να αλλάζουν – σημαίες που είχα δει και μέσα στο κάστρο σε ένα δωμάτιο που έδειχνε στολές στρατιωτών και σημαίες.  Λουζινιανοί, Άγγλοι, οθωμανοί κτλ.  Φαντάστηκα λοιπόν τις σημαίες να τις σκίζει ο άνεμος και να γίνονται κομματάκια στους τοίχους του κάστρου. Λάτρεψα ακόμα μια φορά τα κτίσματα.  Τα κτίρια που έχουν ψυχή.

Είδαμε το καράβι της Κερύνειας και τα αρχαία αγγεία.  Στις βιτρίνες, στο μικρό μουσείο, υπήρχαν αγγεία που είχε η οικογένεια του Δώρου και τα έδωσε στο κράτος.

-          Όλγα, τούτα είναι τα αγγεία μου.  Έλα να τα δεις! Δεν είναι όμορφα; Μα κοίτα τις δακρυρόες μου!

Ήπια πορτοκαλάδα. Χρειαζόμουν να νιώσω τόνωση.  Ο Δώρος καφέ.  Απολαύσαμε τη σκιά στην αυλή του κάστρου.

Ένιωθα ακόμα να είμαι σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.  Ήμουν σε ένα κομμάτι της Κύπρου. Τον λατρεύω τον τόπο μου.  Νιώθω την αύρα που έχει το χώμα, οι μυρωδιές, ο τόπος.

Αργότερα πήγαμε για καφέ στο ξενοδοχείο Dope.  Εκεί ο Δώρος ήταν εγκλωβισμένος για 1 ½ χρόνο με 1800 άλλα άτομα.

Ένιωθα κοσμοπολίτικα στο τραπεζάκι του καφέ του ξενοδοχείου, δίπλα στη θάλασσα της Κερύνειας.  Σαν να βρισκόμουν οπουδήποτε στον κόσμο που είναι τόσο όμορφα.

Κοίταζα τους ανθρώπους σε όλη τη διαδρομή.  Ένιωθα ασφάλεια.  Παρατηρούσα πρόσωπα και εντόπιζα διάφορες «φυλές τούρκων».

Εδώ στο ξενοδοχείο είχα δει να περνά από την βεράντα ένας κύριος που ήταν η τρίτη φορά που τον έβλεπα από την ώρα που κατεβήκαμε στην Κερύνεια.  Ήταν ξανθός, γοητευτικός με γαλάζια μάτια.  Ήταν η μόνη στιγμή που ένιωσα ανασφάλεια γιατί το δημιουργικό μου μυαλό άρχισε να στήνει σενάρια ότι με παρακολουθούσε μιας και ήταν η πρώτη φορά που πατούσα το πόδι μου εκεί.  Φυσικά δεν υπάρχει ούτε επιβεβαίωση , ούτε διάψευση της θεωρίας μου. 

Αργότερα περιπλανηθήκαμε στο λιμάνι.  Φτάσαμε εκεί περνώντας από την Τρυπητή, ένα στενό δρομάκι που καταλήγει στο λιμάνι και λένε ότι όποιος το περάσει θα ξαναέρθει στην Κερύνεια.

Αναρωτιόμουν συνεχώς τα γιατί.  Το γιατί να μην απολαμβάνουμε τον τόπο μας.  Ήμουν στην Κύπρο! Στην Κύπρο μου! Γιατί να αφήνουμε τα κουρέλια να νικάνε τις πέτρες;  Όπως λέει και ο Δώρος: Ο Θεός μας δάνεισε ένα κομμάτι γης για να ζήσουμε λίγα χρόνια. Κι εμείς νιώθουμε ότι είναι δικά μας στους αιώνες.

Αναρωτήθηκα ποιοι είναι οι εχθροί μας.  Και δακτυλόδειξα όλους εκείνους που μας εμπαίζουν, μας πουλούν ψευδαισθήσεις και απομυζούν τη σύντομη ζωή μας. Με όποια ιδιότητα – καπέλο – εξουσία- δικαίωμα κι αν έχουν.

Θα ξαναπάω.  Έχω ακόμα στο πρόγραμμα τόπους που θέλω να με αξιώσει ο Θεός να δω.

Και θέλω να γράφω.  Γι αυτά και για άλλα.  Για σημαντικά ή ασήμαντα.  Επειδή ζω σε αυτή τη γη, τον τόπο τούτο.  Με τα καλά και τα κακά. Και βρίσκω νόημα και αλήθειες μέσα από αράδες πεταγμένες στη ψυχή.  Είτε δικές μου είτε άλλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: