Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Περπάτημα Reloaded 1 : Re-Turn



Τούτον εν το χρώμαν του τόπου μου, έτσι εποχήν, άμαν δειλινώσει.
Εν μια απόχρωση του γκρι, του καφέ, του σκοταδιού.
Σαν να ππέφτει ένα πέπλο καταχνιάς τζιαι σιεπάζει τα ούλλα.
Εν ξεχωρίζεις έντονα χρώματα.  Ούτε καν το πράσινον που φαίνεται τώρα στη φωτογραφίαν.
Δημιουργεί μου έναν συναίσθημαν περίεργον.  Πιάνει με μια ανασφάλεια τζιαι θέλω να πάω έσσω μου.
Αθθυμίζει μου τότε που ήμουν μιτσιά τζιαι εσυνάαμεν λουβίν, που πιο νωρίς το δείλις μέχρι να νυχτώσει.  Ήταν η ώρα που ήταν δροσιά.  Τζιαι εσυνάαμεν ώσπου αμπλέπαμεν. Αλλά άμαν εχάννετουν το φως τζιαι εθώρουν γυρών μου τούτον το γκρίζον, εφοούμουν.  Όχι πως ήταν να πάθω κάτι.  Αλλά εν ήθελα να είμαι μες την φύσην τούτην την ώραν.
Τούτον ένιωθα τζιαι σήμερα που είπα να φκω να παρπατήσω. Είσιεν τζιαιρόν.  Τζιαι ήμουν ειλικρινής.  Ελάλουν, εν πάω γιατί βαρκούμε.  Ελύψαν τζιαι οι δικαιολογίες.  Αλλά τούτες τες μέρες, ούλλον τζιαι ακούω άλλους να περπατούν, να τρέχουν.  Θκιαβάζω τζιαι τον Πατίνιο, ακούω τζιαι κάτι άλλους γνωστούς μου μαραθωνοδρόμους, τζιαι εγιώ εν κάμνω παθκιάν.
Σήμερα ήρτεν μια κορού τζιαι είπεν μου εν να πάω περπάτημα.
Τζιαι είπα της εν να πάω τζιαι εγιώ να σου συμπαρασταθώ.
Η αλήθκεια εν ότι εν την δικήν της την συμπαράσταση που εχρειάζουμουν.
Ε, επερπατήσαμεν τζιαι οι θκυο σήμερα.  Όι δίπλα δίπλα στον δρόμον.  Δίπλα δίπλα στην καρκιάν.

Που λαλείς, επαρπάτουν τζιαι εσκέφτουμουν τι να σου γράψω.  Γιατί εν τζιαι ήταν να σε αφήκω έτσι! Επροσπάθουν να έβρω ομορκιάν μες τούτον τον μουντόν κάμπον.  Εν ήθελα όμως να έβρω κάτι φωτεινόν τζιαι χρωματιστόν.  Ήθελα να μου αρέσει όπως ένει.  Με την γκρίζα διάθεσήν του.
Επαρπάτουν 25 λεπτά μα εν μου άρεσεν τίποτε.  Τζιαι είπα να γυρίσω....


Έννεν πολλά όμορφος τούτος ο μιτσής λόφος;  Την ώραν που επήαιννα ήταν δίπλα μου τζιαι εθώρουν την μιαν του πλευράν που ήταν ούλλον χόρτον.  Γκρίζον.
Μα μόλις εγύρισα είδα άλλην όψην.  Τζιαι ήβρα τον πολλά όμορφον.  Τζιαι ο ουρανός που εφαίνετουν ακόμα γαλάζιος τζιαι η όψη τούτης της πλευράς.  Τζιαι το κομμάτιν το χωράφιν που εν όφτζιαιρον.

Άρκεψα να περπατώ πίσω.
Να επιστρέφω.
Άρεσεν μου πολλά το συναίσθημαν.
Ένιωθα να παίρνω ανάσα.

Τζιαι νομίζω έκαμα ταύτισην με το συναίσθημάν μου.
Τούτον τον τζιαιρόν νιώθω τούτον το μουντόν γυρών μου.
Όχι περνώ καλά μεν ανησυχείς.  Τζιαι κάμνω πολλά πράματα.
Μα νιώθω χαμένη.  Νιώθω ότι τούτος ο δρόμος εν με παίρνει πούποτε.
Τζιαι θέλω να τον περπατήσω που την άλλην μερκάν.

Εν θέλω να έβρω κάτι παλιόν,  ούτε κάτι τζιουνούρκον.
Θέλω απλά να τον περάσω ξανά.
Αρέσκει μου η ιδέα, η εικόνα τζιαι το συναίσθημαν του να κάμω re-turn.

Λείπουν μου πολλά κομμάθκια μου.
Εν θέλω να τα έβρω ξανά.
Θέλω μόνον να έβρω τες γρατσουνιές τους πάνω στους όχτους όπως θα περπατώ.
Τζιαι να μυριστώ τα χνώτα τους πάνω στες αγκαθκιές.

Εν σου υπόσχομαι ότι εν να πηαίνω κάθε μέρα.  Αλλά θέλω κάθε φορά που εννά περπατώ να σου γράφω.  Όπως τότε που μου έκαμνες παρέαν τζιαι μόλις έρκουμουν έσσω εκάθουμουν τζιαι έγραφά σου.

Ήταν όμορφον να νιώθω ότι καρτεράς με.  Τζιαι άρεσκεν μου που ένιωθα ότι τούτα τα λόγια, μετά το περπάτημαν, ήταν τα αγαπημένα σου.

Φιλιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: