Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Ελευθερία

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Ελεύθερη. Αυτό ονειρευόμουν πάντα. Κύριος σκοπός της ύπαρξης μου.

Ονειρεύομαι πως είμαι νεράιδα. Τόσο ζωντανό είναι το όνειρο που δεν υπάρχει πια αμφιβολία.

Ανοίγω διάπλατα τα φτερά μου και πετάω στον ουρανό. Διασχίζω τα σύννεφα και φτάνω στο άστρο μου. Ένα μοναχικό άστρο, φτιαγμένο μόνο για μένα. Απόλυτη ελευθερία κίνησης, δράσης, σκέψης. Δεν υπάρχει κανείς εκεί να με εμποδίσει. Να μου χαλάσει τα όνειρα και τα κάστρα που φτιάχνω στην άμμο. Ναι! Το άστρο μου έχει θάλασσα. Μια θάλασσα μικρή σαν λιμνούλα.

Μα εδώ κάτω στη γη, η ελευθερία θέλει αρετή και τόλμη. Με αυτή ακριβώς τη σειρά, όπως το έγραψε ο σοφός ποιητής.

Μονίμως «ανάποδο πλάσμα», αναρχική, ασυμβίβαστη ύπαρξη απέκτησα την τόλμη πριν την αρετή. Κι αυτό ήταν δώρο και ανάθεμα. Φωτιά σε χέρια παιδικά.

Η ελευθερία δεν έλεγε να έρθει όσο κι αν την φώναξα. Ανέβηκα σε βράχους, ατένισα μακριά. Κολύμπησα σε ωκεανούς κι έκλαψα στο όνομά της. Και ξαναδιάβασα τα λόγια του ποιητή.

Αρετή.
Τόλμη.

Πήρα την Τόλμη από τα χέρια. Όμορφη, κοκκινομάλλα θεά με μέση λεπτή και πύρινα μαλλιά που καίνε. Κατέβηκα μαζί της στα έγκατα του νου, του αρχαίου ηφαιστείου. Της έδεσα τα χέρια με ρόδα, γιασεμιά. Κι αυτή με κοίταζε, βουβά.

Άνοιξα τις φτερούγες και βγήκα από εκεί. Γύρισα τη γη. Χάιδεψα τα ποτάμια και τις λιμνοθάλασσες. Μέσα απ’ τα σγουρά κλαδιά μιας λεμονιάς ανέτειλε η Αρετή και ζήτησε την Τόλμη.

Μα δεν την είχα πια. Κρύφτηκε κατάβαθα στο πάθος της καρδιάς μου.

Φώναξα δυνατά.

Κι η γη σείστηκε. Ξεχύθηκε η Τόλμη. Μέσα απ’ το βάθος των ματιών και τα καυτά φιλιά σου.