Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Back to school

Είμαι με μωρούθκια τούτες τις μέρες, σε σχολεία.

Διαβάζουμεν παραμύθια, περνούμεν όμορφα, δείχνω τους ότι εν όμορφον πράμαν τα βιβλία
τζιαι δείχνω τους ποσο χαρούμενη είμαι που γράφω.


Σήμερα απόλαυσα αγκαλιές από μικρά παιδάκια, πολλά χαμόγελα, πολλά φωτεινά ματάκια!

Ο Θεός έδωκεν μου ευλογίαν :-)

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Πρίσμα



Η διάσπαση του φωτός γίνεται μέσω ενός κρυστάλλινου πρίσματος.

Η σύνθεση του φωτός γίνεται ( νοητικά τουλάχιστον ) μέσω ενός κρυστάλλινου πρίσματος
αν αλλάξει η φορά του φαινομένου.

Όλα είναι ΈΝΑ.



Η απάντηση μου στα "φαινομενικά" διαφορετικά ποστς του φίλου Διάσπορου και του φίλου Στροβολιώτη.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Ο Ιππότης

Κατέβηκε βιαστηκά πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά στο υπόγειο. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα του μεταλλικού ερμαριού και το γύρισε. Δυσκολεύτηκε λίγο να την ανοίξει, μιας και ήταν για χρόνια κλειδαμπαρωμένη. Σαν άνοιξε, το τρίξιμο έκανε ένα μικρό ποντικάκι να τρέχει φοβισμένο, και η σκόνη κάλυψε το πρόσωπό του και τον έκανε να βήξει.

Με προσοχή έβγαλε έξω την ασημένια ιπποτική στολή του. Αφαίρεσε το προστατευτικό πλαστικό κάλυμμα και την θαύμαζε.

Έλαμπε ολόκληρη. Την είχε για καμάρι για χρόνια.

Άνοιξε το κρυφό συρτάρι στο βάθος του ερμαριού και ανέσυρε δυο σπαθιά. Ένα χρυσό κι ένα ασημένιο. Τα μύρισε. Του έφεραν αναμνήσεις μάχης, δόξας, πάθους, έντασης, τιμής, αξιοπρέπειας, δύναμης. Πάνω από όλα Δύναμης.

Είχε στα χέρια του τον τρόπο, την ορμή, το πάθος να παλέψει!

Πάλευε για χρόνια. Για όσα ήθελε! Για όσα ονειρευόταν.

Κι απόψε, αυτό το χειμωνιάτικο βράδυ, ξύπνησε από ένα εφιάλτη. Έβλεπε πως ήταν μόνος στο δάσος. Κρατούσε στα χέρια του ότι πιο πολύτιμο είχε. Ένα δαχτυλίδι. Το δαχτυλίδι της. Του το είχε δώσει την πρώτη φορά που τον γνώρισε. Μαζί με την αγάπη της. Προχωρούσε στο σκοτάδι και ο αγέρας σφυροκοπούσε και τον δυσκόλευε να περπατήσει. Αργά και σταθερά με πείσμα προχωρούσε, έχοντας το θησαυρό του στα χέρια του, κρατώντας τον προστατευτικά δίπλα στην καρδιά.

Μαύρα κοράκια πετούσαν από πάνω του. Ήθελαν να του πάρουν ότι είχε.

Κι αγέρας βούιζε πιο έντονα, άρχισε να βρέχει, τα δέντρα τον κτυπούσαν με τα κλαδιά σου.....

Ξύπνησε.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι.

Ήταν παγωνιά.

Δεν ένιωθε τίποτα.

Βρήκε το κλειδί.

Έτρεξε στο υπόγειο.

Έψαχνε την στολή, τα σπαθιά, την Επίθεση.

Μα όταν την αντίκρυσε μαλάκωσε.

Χάιδευε την ασημένια στολή για ώρα. Μύριζε το ασήμι. Το ένιωθε. Τα δάκτυλα ακουμπούσαν στις κόγχες της.

Την αγκάλιασε σφιχτά. Το δάκρυ κύλησε.

Και θυμήθηκε.

Την ευχή του γέροντα που τον έχρισε ιππότη.

Την άλλη μέρα πήρε την στολή και τα σπαθιά εκεί που έπρεπε. Στον χρυσοχόο.

Και σύντομα έκανε δώρο στην καλή του θησαυρούς όμορφους, κοσμήματα, ασήμι και χρυσό σε όμορφα σχήματα, περιδέραια, βραχιόλια, κι ένα δαχτυλίδι.

Ασήμι , η ροή της ζωής μας, η θηλυκή ενέργεια που ρέει και μας παίρνει μαζί της.

Χρυσός, η σκληρή συμπαγές δύναμη της ζώης, που άλλοτε θαμπώνει, φωτίζει και άλλοτε τυφλώνει.

"Τα χέρια που ενώνουν τα δυο είναι ευλογημένα" είχε πει ο γέροντας.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011